Πριν ένα χρόνο περίπου πέρναγα από το κέντρο της Αθήνας ένα πρωινό μιας αργίας. Ανάμεσα σε μαύρους, πακιστανούς, σκυλιά, πρεζάκια που ξέρναγαν, μπότες αστυνομικών που πάταγαν, γυναίκες ελαφρών ηθών, ελληνίδες και ξένες ενωμένες που φώναζαν στους αστυνομικούς για να ελευθερώσουν τον νταβατζή τους.
Είχα πολλά χρόνια να περάσω από εκεί και ομολογώ ότι δεν ήταν αυτό που περίμενα. Η εικόνα που μου έμεινε στο μυαλό αρχίζει σιγά-σιγα να ξεθωριάζει, αλλά μου έμεινε η μυρωδιά. Αυτή η άθλια ανάμιξη ιδρώτα, σάπιας αναπνοής, "αμαρτωλών" υγρών, εμετού και πόνου. Όλα εκεί είναι μοιρασμένα στα δυο.
Οι «καταπιεσμένοι» και τα όργανα της τάξης. Ναι, κατάλαβα ότι εκεί δεν υπάρχει ρατσισμός, ότι εκεί όλοι είναι αδέρφια. Συμφιλιωμένοι μπρος σε θάνατο και «ζωή», παιδιά ενός κατώτερου Θεού. Δεν ασχολήθηκαν με μένα ούτε για να μου ρίξουν μακάρι ένα βλέμμα. Ήμουν ξένο σώμα.
Δεν είχα το θάρρος να φαντάζομαι τότε πως όλα μπορεί να τα αλλάξει η νύχτα, με τον γλυκό απατηλό μανδύα της που όλα τα σκεπάζει και τους δίνει άλλο χρώμα, αλλάζοντας τις ισορροπίες. Όταν τα βαποράκια και οι νταβαζτίδες πουλάνε ένα κομμάτι στιγμιαίας «ευτυχίας», μάλλον ανενόχλητοι.
Δεν ήθελα να μου μείνει ούτε καν η ανάμνηση. Μέχρι χθες την νύχτα.
Όταν άκουσα ότι ένα παιδί πέθανε, σκεπάζοντας με αίμα και με κομμάτια του κορμιού του την ίδια του την μάνα.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΟ "ΜΕ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΑΞΙΕΣ"
Μοιραστείτε

