Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΑΝ ΟΙ ΑΣΤΡΑΠΟΓΙΑΝΝOI ΣΗΜΕΡΑ ΑΔΕΡΦΙΑ:



Ο Γιάννος «Αστραπόγιαννος» ή Λαμπέτης ήταν Έλληνας αρματωλός του 18ου αιώνα, κυρίαρχος της Δωρίδας. Άκμασε για πολλά χρόνια (1760 - 1782), και έγινε αντικείμενο λατρείας από τους υπόδουλους Έλληνες ως λαϊκός ήρωας, τιμωρός των Τούρκων, και ελευθερωτής. Η λαϊκή παράδοση τον θέλει γενναιόδωρο με τους φτωχούς και ανελέητο με τους ισχυρούς. Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης έγραψε ποίημα για τον Αστραπόγιαννο, 



«Λαμπέτη ἐδείλιασα !...Τὰ σωθικά μου
ἄσπλαχνο ἐθέρισε βόλι, πικρό.
Νεκρὰ στὸ σκάνδαλο τὰ δάκτυλά μου
βλέπεις ἐπάγωσαν...Δῶσ' μου νερό...
»Λαμπέτη, ἐσβήστηκα!...Ὥραν τὴν ὥρα
φεύγει ἀνυπόμονη, πετᾶ ἡ ψυχή.
Στὰ κρύα τὰ χείλη μου στέκεται τώρα·
σκύψε καὶ πιέ τηνε μ ' ἕνα φιλί .
»Λαμπέτη χόρτασε τὴ δύναμή μου.
Μέσα στὰ στήθια σου θέλω νὰ βρῶ
στερνὸ λημέρι σου, θέλω ἡ πνοή μου
νὰ βρῆ στὰ σπλάχνα σου τὸν οὐρανό .
»Μόχτα κι ἐπλάκωσαν σὰν ἄγριοι σκύλοι
γιὰ τὸ κεφάλι μου ...τί καρτερεῖς ;...
Φορτώσου τ' ἄρματα, τὸ καρυοφύλλι,
κόψε γρήγορα...μὴ μ' ἀρνηθῆς.
»Λαμπέτη, σφόγγισε, τρίψε μὲ χῶμα
τὸ γιαταγάνι σου, κι εἶναι θολό...
Πῶς κλαῖς ;...τί δέρνεσαι ;...Τρίψε το ἀκόμα ...
Μὴν τρέμεις ...ζύγωσε ...Δῶσ ' μου νὰ ἰδῶ .
»Τὸ αἷμα τ' ἄπιστο μὲ τὸ δικό μου
δὲ θέλω ἐπάνω μου ν' ἀνταμωθῆ,
φαρμάκι ἀγλύκαντο μὲς τὸ λαιμό μου
δὲ θέλω σύντροφο κάτου στὴ γῆ .
»Χτύπα Λαμπέτη μου!...Ἅπλωσε, πιάσε,
σφίξε στὰ δάκτυλα τ ' ἄσπρα μαλλιά ...
Τὰ χέρια ἐσταύρωσα ...Μὴ μὲ φοβᾶσαι ...
Κόψε με...πάρε με στὴν ἀγκαλιά».
Ὁλόρθο ἐπέταξε τ' ἄξιο λεπίδι,
τ ' ἀγέρι ἐξέσχισε , παίρνει φτερό ,
ἄστραψ ' ἐσφύριξε γοργὸ σὰ φίδι ,
τὸ δέντρο ἐλύγισε στὴ γῆ νεκρό .
Βαρειὰ σπαράζει φοβερὴ στὸ χέρι τοῦ Λαμπέτη
ἡ κάρα τ ' Ἀστραπόγιαννου . Τὸ μάτι ἀνταριασμένο
τοῦ σκοτωμένου τρεῖς φορὲς ἀνεβοκατεβαίνει
καὶ βασιλεύει σκοτεινό. Στὸ μέτωπό του ἡ νύχτα
ἄλλο σημάδι ὀπίσω της παρὰ στ ' ἀχνὸ τὸ στόμα ,
σὰ μιὰν ἀχτίδα φεγγαριοῦ στὸ μάρμαρο τοῦ τάφου ,
ἕνα χαμόγελο βουβό , νεκρό , σαβανωμένο
τοῦ γέροντα τ ' ἀρματωλοῦ τὰ κάτασπρα τὰ γένια .
Σπρώχνει στὴ θήκη κόκκινο τὸ γιαταγάνι ὁ κλέφτης ,
κι ἁρπάζει τὸ δισάκι του! Στὴ μιὰ μεριὰ φορτώνει
τὸ κρίθινό του τὸ ψωμί , στὴν ἄλλη ματωμένο
τὸ λείψανό του τ ' ἀκριβό . Τὸ δάκτυλό του βάφει
στὸ αἷμα , π ' ἄφριζε στὴ γῆ , σταυρώνει τὸ κουφάρι
καὶ χάνεται στὴ λαγκαδιά ...Καπνὸς ὁ πεζοδρόμος .
Τρέχουνε πίσω του ξαγριωμένοι
πενῆντα Λιάπηδες τὸν κυνηγοῦν.
Ὁ ἥσκιος ἔφευγε , πετᾶ , διαβαίνει ...
Ἡ νύχτα ἐπλάκωνε , λυσσομανοῦν .
Στὴ ράχη ἐμαύρισε σὰ συγνεφάκι...
Ἀδειάζουν τ ' ἄρματα ...στέκουν νὰ ἰδοῦν .
Βροχὴ τὰ βόλια τους, μὲς στὸ δισάκι
τὸν Ἀστραπόγιαννο ψόφια χτυποῦν .
Ὁ κλέφτης ἄνοιξε τὸ πάτημά του,
πηδᾶ χαλάσματα καὶ λαγκαδιές ,
παίρνει τὸ λείψανο στὴν ἀγκαλιά του ...
Κάλλιο στὴν πλάτη του χίλιες βολιές.
Ἀγριοπρίναρα, παλούρια, βάτοι
τὴ σάρκα τὤτρωγαν , ὅθε διαβῆ .
Τὸ αἷμα του ἔβαψε τὸ μονοπάτι,
ἐμπρὸς τρισκότειδο καὶ πίσω ἐχθροί .
Στὸ χιόνι ἐβάλτωνε τὸ παλληκάρι
τὴ γλώσσα τὤφρυγε δίψα σκληρή ,
νύχτα θεότυφλη χωρὶς φεγγάρι ,
καὶ δὲν ἀπόσταινε , πάντα πατεῖ .
Περνοῦν μεσάνυκτα κι ἡ πούλια σβήεται,
τὰ πλάγια ἀσπρίζουνε, σιμώνει ἡ αὐγή.
Στέκει...ἀκουρμαίνεται...δὲν ἀγροικιέται
κανένα πάτημα...παντοῦ σιγή.
Ξυπνοῦν οἱ πέρδικες στὸ χαραμέρι...
Στὸ λόγγο ἐρίχτηκε, γύρω θωρεῖ...
Γνωρίζει ἀνέλπιστα παλιὸ λημέρι,
τὴ βρύση ἐξάνοιξε πὤτρεχ' ἐκεῖ.
Πάλι ἀκουρμαίνεται...γέρνει τ' αὐτιά του,
πέφτει τ' ἀπίστομα, τὴ γῆ ρωτᾶ...
Χτύπο δὲν ἄκουσε...Μόν' ἡ καρδιά του
μέσα στὰ στήθια του βαρεῖ, πετᾶ.
Τοῦ φάνηκε ὅτι ἐξέφυγε...Ἐμέτρησ' ἕνα ἕνα
τ' ἄρματα τ' Ἀστραπόγιαννου, δὲν ἔχασε κανένα
τὸ μαῦρο τὸ κλεφτόπουλο στὸ φοβερό του δρόμο
Σιμὰ στὴ βρύση ἐκάθισε, κατέβασε ἀπ' τὸν ὦμο
τὸ ἔρμο τὸ δισάκι του...Τὸ μάτι του ἔχει ἀντάρα...
Ἁπλώνει μὲς τὸ σάβανο τὸ χέρι μὲ λαχτάρα...
Σφίγγει τὰ κρύα τὰ μαλλιά...Ὁ νοῦς του ἀνεμοζάλη...
ξεσέρνει τὸ κεφάλι.
Μ' ἀνατριχίλα τὸ θωρεῖ. Στὰ χόρτα τὸ καθίζει,
παίρνει στὴ φούχτα του νερό, τὸ νίβει, τὸ χτενίζει.
Ζερβιὰ τοῦ βάνει τὸ σπαθί, δεξιὰ τὸ καριοφύλλι,
πλένει τὸ στόμα του βουβὸ καὶ στὰ νεκρά του χείλη
βρίσκει ὁ Λαμπέτης ἄσβηστο, σὰ νἆταν πετρωμένο,
τοῦ γέρου τὸ χαμόγελο γλυκ' ἀποκοιμισμένο.
Τότε ἐξαλάφρωσε ἡ καρδιά, τότε ἕνα δάκρυ πέφτει
στὸ πρόσωπο τοῦ κλέφτη.
Ἔνοιωσε ὅτι εἶχε τὴν εὐχὴ τοῦ ἀρματωλοῦ μαζί του
καὶ ξεσυγνέφιασε μὲ μιᾶς ἡ θολερὴ ψυχή του.
Τοῦ φάνηκε ὁλοζώντανος ἐκεῖ μὲ τ' ἄρματά του
ὁ γέροντάς του νηστικὸς ὅτι ἔστεκε σιμά του.
Κόβει βλαστάρια τρυφερά, τὴ φτέρη ξεφυλλίζει,
παίρνει ἕνα κρίθινο ψωμί, στὴ μέση τὸ χωρίζει
καὶ τὴ μιὰ σφήνα ἀπὸ τὲς δυὸ τὴ δίνει στὸ κεφάλι
κι αὐτὸς κρατεῖ τὴν ἄλλη.
«Ξύπνα, Ἀστραπόγιαννε, γλυκοχαράζει,
γιατί ἐκοιμήθηκες τόσο βαριά;
Ξύπνα ὁ Λαμπέτης σου γλυκὰ σὲ κράζει
νὰ ἰδῆς τὰ φράξα σου, τὰ κρύα νερά.
»Τὰ μάτια ἄνοιξε, ψυχοπατέρα,
νὰ ἰδῆς ποὺ σ' ἔφερα σὲ μιὰ βραδιά.
Μὲς στὸ λημέρι σου μ' ηὕρηκ' ἡ μέρα,
τὤχω, Ἀστραπόγιαννε, κρυφὴ χαρά.
»Θυμᾶσαι; ἀνήλικο μ' εἶχε πετάξει
στὸ δρόμο ἡ μοῖρα μου, μικρό, μικρό,
τὴ μάννα οἱ ἄπιστοι μοὔχανε σφάξει,
στὸ λόγγο ἐκρύφτηκα γυμνό, ὀρφανό.
»Ἐδῶ ἐπρωτώρθαμε...Μ' ἀκοῦς, πατέρα;...
Ἐδῶ μ' ἀνάστησες νεκρό, φτωχό.
Ἐδῶ μ' ἐπότισες δροσιὰ κι ἀγέρα,
μ' ἔκανες ἔλατο, πατέρα, ἐδῶ.
»Πρῶτος σὺ μὤδειξες τοῦ ἐχθροῦ τὴν ὄψη
καὶ σὺ μ' ἐβάφτισες μὲς στὴ φωτιά.
Ποιός νὰ σοῦ τὄλεγε πὼς θὰ σὲ κόψη,
τὸ χέρι πὤμαθες νὰ πολεμᾶ;
»Ξύπν' Ἀστραπόγιαννε, καὶ κοίταξέ με,
φάγε μ' ἐμένα λίγο ψωμί,
φόρεσε τ' ἄρματα χαιρέτησέ με,
ξύπνα, ζωντάνεψε κι ἦλθε ἡ αὐγή.
»Ἐσὺ ἐπρωτόδινες ψηλὲ στὸ βράχο
τὸ καλημέρισμα στὸν ἀητό,
σὺ πρῶτος ἔδειχνες σ' ἐμέ, στὸ Ζάχο,
τὸ γλυκοχάραμα στὸν οὐρανό.
»Τότ' ἐξεφύτρωνες σὰ κυπαρίσσι
στὰ καταρράχια μας τρομαχτικό.
Τὸν ἥσκιο σου ἔστενες νὰ φοβερίση
κατὰ τὰ Σάλωνα...καὶ τώρα ἐδῶ.
»Ὁ Ζάχος ἔπεσε...κι ἦταν γραμμένο
ἐγώ, Ἀστραπόγιαννε, πάλ' ὀρφανό,
τὸ ξυλοκρέβατο γιὰ σὲ νὰ γένω,
γιὰ σέ, πατέρα μου, γῆ νὰ ζητῶ».
Κι ἐκεῖ ποὺ ὁ δύστυχος μοιρολογοῦσε
μὲ μιᾶς αὐτιάζεται...κι ἕνα σκυλὶ
μακρὰ τοῦ φάνηκε σὰ ν' ἀλυχτοῦσε,
κούφια σὰν κι ἄκουσε ποδοβολή.
Τὰ δένδρα ἐσείστηκαν, τὰ χαμοκλάδια·
σκιασμένα ἐπρόβαιναν συχνὰ συχνὰ
πλατώνια, ἀγριόπουλα, λαγοί, ζαρκάδια...
Μὴν ἐπαγάνιζε ἡ Λιαπουριά;...
Σκύφτει ἀκουρμαίνεται...σιμών ἡ ἀντάρα...
Τοὖβραν τὸ πάτημα στὸ χιόνι οἱ ἐχθροί.
Ἁρπάζει τ' ἄρματα, κρύβει τὴν κάρα,
πετᾶ, ἀναλήφτηκε σὰν ἀστραπή.
Τρέχει ἐδῶθ' ἐκεῖθε γέρνει
ἡ ἔρμη φτέρνα στὸ βουνό,
μαῦρο κῦμα ἀνεμοδέρνει
καὶ δὲ βρίσκει ἕνα γιαλό.
Τὸν ἐπῆρε γι' ἀγωγιάτη
Χάρος ἄγρυπνος, σκληρός...
Σαλαγάει, βαρεῖ τὴν πλάτη
πάντα πίσω του ὁ νεκρός.
Στὸ τυφλὸ τὸ τρέξιμό του
μὲς τὴ φοῦχτα του ἁρπαχτὰ
γιὰ νὰ βρέξη τὸ λαιμό του
πίνει πάχνη καὶ περνᾶ.
Τὸν ἐθέριζε ἄγρια πεῖνα
καὶ δὲν ἔχει ἄλλο ψωμί...
Στὸ σακκί του μένει ἡ σφῆνα
τ' Ἀστραπόγιαννου ξερή.
Στ' ἀχαμνὰ τὰ δάχτυλά του
τὴν ἐπῆρε μιὰ φορά...
Θολωμένη εἶν' ἡ ματιά του
καὶ τὰ χείλη του ἀνοιχτά.
Ὅλος ἔτρεμε...στὸ στόμα
τὴν ἐζύγωσε σκιαχτά...
Δὲν ἁμάρτησε, ὄχι ἀκόμα...
Ἀναστέναξε βαρειά.
Μὲ μιᾶς τὤφυγ' ἕνα δάκρυ,
τὴν ἐφίλησα γλυκά,
καὶ στὸν κόρφο σὲ μιὰν ἄκρη
τὴν ἐχώνιασε βαθειά.
Πόσες μέρες καὶ ποῦ τρέχει
Πόσες νύχτες δὲ μετρᾶ,
μέσα ὁ νοῦς του πάντα βρέχει
στὴν ψυχή του συγνεφιά.
Μὲς τὸν λόγγο ἂν σταματήση
γιὰ νὰ πάρη ἀνασασμό,
κάποιος λύκος θὰ χουμίση
γιὰ ν' ἁρπάξη τὸ νεκρό.
Καλιακοῦδες καὶ κοράκοι
τὸ κεφάλι κυνηγοῦν,
μὲ τὰ νύχια ἀπ' τὸ δισάκι
νὰ τὸ κλέψουν πολεμοῦν.
Ἀνδρειεύεται ἡ καρδιά του,
τρέχει ἀκόμη λίγο ἐμπρός,
μιὰ κρυφὴ βρίσκει σπηλιά του,
μέσα ρίχνεται ὁ φτωχός.
Ξεφορτώνεται, δειλιάζει
γέρνει ἀναίσθητος στὴ γῆ,
κλεῖ τὰ μάτια του, πλαγιάζει
καὶ τὸ λείψανο κρατεῖ.
Κι ἐκεῖ ποὔτανε θαμμένος
μὲς τοῦ ὕπνου τὴ νυχτιά,
στὸ πλευρό του ὁ σκοτωμένος
ἀνταριάζεται, ξυπνᾶ.
Στέκει ἐμπρός του...Τὰ δυὸ μάτια,
κούφια χάσκουνε πλατειά.
Πέφτ' ἡ σάρκα του κομμάτια,
τὰ δυὸ χείλη λαγκαδιά.
Τὸ γλυκὸ χαμόγελό του
λίγο λίγο εἶχε σβηστεῖ
καὶ περνοῦν στὸ μέτωπό του
μαῦρα γνέφη ἐδῶ κι ἐκεῖ.
«Παιδί μου, ἐγέρασε τὸ λείψανό μου
τόσα μερόνυχτα χωρὶς ταφή,
ὁ Χάρος ἔφαγε τὸ προσωπό μου·
δῶσ' μου, Λαμπέτη, μιὰ φοῦχτα γῆ.
«Κάτου στὰ Σάλωνα, ξεψυχισμένος
ὁ ἐχθρὸς ἐφώλιασε μακρὰ ἀπ' ἐδῶ·
ξύπνα Λαμπέτη μου κι ἀποσταμένος
θέλω στὸ μνῆμα μου νὰ πάω κι ἐγώ.
»Βλέπεις μυρίστηκαν τὸ σκοτωμό μου
ὄρνεια ἀνυπόμονα, μαῦρα πουλιά,
πρὶν μὲ ξεσχίσουνε στὸ σάβανό μου,
παιδί μου κρύψε με στὴ γῆ βαθειά.
»Τώρα ποὺ ἐκόρνιασαν κι ὁλόγυρά μου
σκοτάδι τρίδιπλο μὲ πλυμμηρεῖ,
πάρ' τὸ δισάκι σου, πάρ' τ' ἄρματά μου,
ξύπνα νὰ φύγωμε πρὶν ἔρθ' ἡ αὐγή.
»Θέλω τὸ χάραμα, πὤβγαινε πρῶτο
καὶ μοῦ καμάρωνε τὴ λεβεντιά,
τ' ἀγέρι, πὤτρεχε χνῶτο μὲ χνῶτο
καὶ μοῦ ζωντάνευε τὰ σωθικά.
»Οἱ ἀριές, τὰ πεῦκα μου, τὰ κρύα νερά μου,
θέλω, Λαμπέτη μου, νὰ μὴ μὲ ἰδοῦν,
νὰ μὴ γνωρίσουνε τὴν ἀσχημιά μου...
Ἔλα νὰ φύγωμε, μὴν πικραθοῦν.
»Τώρα ποὺ μ᾿ ἔφερες ὡς τὰ Παλάτια
σκάψε τὸ λάκκο μου σ' αὐτὴ τὴ γῆ.
Ἐδῶ δὲ φτάνουνε τοῦ ἐχθροῦ τὰ μάτια
δὲν ἀνεβαίνουν παρὰ ἀητοί.
»Λαμπέτη, χῶσε με μὲ τ' ἄρματά μου
ὁλόρθα στῆσε με, δεξιὰ ζερβιά,
Νἆναι στὸ μνῆμα μου κεροδοσά μου,
πρωτοπαλλήκαρα στὴν ἐρημιά.
»Κι ὅταν Λαμπέτη μου μὲ χωματίσης,
ἔβγα στὸ Τρίκορφο γοργὰ γοργᾶ
νὰ πῆς πὼς σ' ἔστειλα νὰ πολεμήσης,
πὲς χαιρετίσματα στὴν κλεφτουριά.
»Ἐχθὲς ἐπιάστηκε κι ἐκεῖ τουφέκι,
στὸν ὕπνο μου ἄκουσα τὸ βογκητὸ
ἐγὼ ἀποσβήστηκα κι ἀστροπελέκι,
Λαμπέτη μὤμεινες ἐσὺ στερνό.
»Μὴ μοῦ πικραίνεσαι κι εἶναι γραμμένο
μ' ἐμένα γρήγορα ν' ἀνταμωθῆς,
τρέχα πολέμησε καὶ σὲ προσμένω
στὸ μνῆμα μου ἄλυωτος ὅσο νὰ 'ρθῆς».
Ξυπνᾶ, ἀλαφιάζεται, ὁ νοῦς του ἀνάφτει,
βουβὸς ἐπέρασε μιὰ λαγκαδιά.
Βρίσκει ἕνα ἀπόγωνο, τὸ χῶμα σκάφτει
τὰ χείλη ἐπέστρωσαν, πάντα βουβά.
Τὸ νύχι αἱμάτωνε μὲς τὸ στουρνάρι
ἔχωσε τ' ἄρματα καὶ τὸ ψωμί
στὸ λείψανο ἔστρωσε χλωρὸ γρυπάρι,
τὸ μνῆμα ἐσφράγισε, σκύφτει, φιλεῖ.
Βαστᾶ τὸ δάκρυ του, τὸ καταπίνει
δὲν ἐξανάσαινε μὴν προδοθῆ·
κοιτάζει ὁλόγυρα, πετιέται, χύνει,
τρέμει στὸν πόλεμο μὴ δὲ βρεθῆ.
Βλέπει τὸ Τρίκορφο, σφίγγεται, φτάνει,
τὸ λιανοτούφεκο πέφτει πυκνό.
Σέρνει στὰ δόντια του τὸ γιαταγάνι,
ρουφᾶ ἀνυπόμονα φλόγα, καπνό.
Ποῦθε νὰ πλάκωσε παρόμοια ἀντάρα,
παρόμοιος σίφουνας, ὁ ἐχθρὸς ρωτᾶ.
Τὸ χέρι ἐδούλευε καὶ βουβαμάρα
πάντα τὰ χείλη του κρατεῖ κλειστά.
Χάρος ἀνέλπιστος περνᾶ θερίζει,
ἀναστηλώθηκε κι ἡ κλεφτουριά.
Ρυάζετ' ἡ Ρούμελη στὸ μετερίζι,
ρίχνεται, πίσω του παύει ἡ φωτιά.
Δὲν τὸν ἐπρόφταιναν...Τὸν ἀνακράζουν,
δὲν ἀποκρένεται, διαβαίνει ἐμπρός.
Τὰ χέρια του ἄκοπα χτυποῦνε σφάζουν,
σκορπᾶ ἀνταριάζεται, φεύγει ὁ ἐχθρός.
Στὸ δρόμο του ἄξαφνα τοῦ λυέται ἡ χαίτη,
στὴν πλάτη ἀνέμισε σὰ δυὸ φτερά·
τότε τοῦ φώναξαν - «Στάσου, Λαμπέτη,
ἄφησε κι ἕνανε γι' ἄλλη φορά».
Κι αὐτὸς δὲν ἔνοιωθε ποιός τονε κράζει,
πάντα ἐσαλάγαγε τὴ Λιαπουριά,
τ' ἀγέρι ἐθόλωσε, ξεμοναχιάζει...
Ἄσταψ' ἔβρόντησε μιὰ πιστολιά.
Τὸν ἐλαβώσανε...Στὸ χῶμα γέρνει,
τὸ βόλι ἐχώνεψε μὲς στὰ πλευρά.
Πέφτει τ' ἀπίστομα, σιγὰ ξεσέρνει,
σὰ φίδι κρύβεται μὲς στὰ κλαριά.
Ἔβοσκε ὁ θάνατος τὰ σωθικά του
κι ἐκεῖνος ἔτρεχε ὁλονυχτίς,
πατεῖ σωριάζεται, σβήετ' ἡ καρδιά του...
Ποὖσ' Ἀστραπόγιαννε νὰ τὸνε ἰδῆς;...
Διάβαινε ἀνήφορους καὶ μονοπάτια,
βράχους ἀπάτητους, νεροσυρμές,
ἐξημερώθηκε μὲς τὰ Παλάτια,
ἐψυχομάχησε χίλιες φορές.
Τὸ μνῆμα ἐπρόσμενε...Λιγάκι ἀκόμα
νὰ φτάση τὤλειπε...πετιέται ὀρθός,
πηδᾶ, ἀνδρειεύεται...τὸ ἔρμο χῶμα
σφίγγει στὰ δόντια του, πέφτει νεκρός.
Τὸ βράδυ ἀνέλπιστα πιάνει τὸ χιόνι
κι ὁ τάφος κρύβεται βαθειὰ βαθειά,
λὲς κι ἐσαβάνωσαν σ' ἕνα σεντόνι
τὰ δυὸ τὰ λείψανα σφιχτὰ σφιχτά.

http://enomenoiblogers.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: