Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Η ΓΥΜΝΙΑ


Ο πίνακας είναι του Γιώργου Ρόρρη./
 Πάνος Σταθόγιαννης,

Τις περισσότερες φορές η γύμνια φοράει πολλά ενδύματα. Και τιάρες, κι επιγονατίδες, κι αλεξίσφαιρα. Ίσως γιατί δεν κρύβει σώμα από κάτω, παρά μονάχα το αχυρένιο ομοίωμα του. Κάτι σαν σκιάχτρο δηλαδή, σε αμπέλι που κατηφορίζει τη Νεμέα. Το έχουν συνηθίσει τα πουλιά, δεν το φοβούνται. Κουρνιάζουν στο αστείο κεφάλι του, χτίζουν φωλιά στον ώμο τον δεξή του. Έτσι και η γύμνια. Δεν τρομάζει πια κανέναν. Έχει ξοδέψει προ πολλού την ιερότητά της. Πράγματα άσαρκα προβάλλει. Κανένα δέος. Ούτε καν ρίγος. Μονάχα ρούχα, κι άλλα ρούχα, κι άλλα ρούχα.

Τις δίνουμε ονόματα πολλά. Μα πιο πολύ τη δείχνουμε. Κάποιος προχτές την έδειξε στη στάση του μετρό. Είχε την όψη μαύρου αίλουρου. Περιφερόταν ανάμεσα στους ανθρώπους και τους άγγιζε απαλά με την ουρά. Και τους κοίταζε ίσια στα μάτια, έτσι όπως κάθετα κοιτάζουνε τα πούμα. Μα κανείς δεν έβλεπε τίποτα. Ήτανε όλοι τους γυμνοί. Κι είχαν στοιβάξει πάνω τους κουμπιά, και φερμουάρ, και σταυρουδάκια στο λαιμό, και ενώτια μαλαματένια. Ήρθε η αμαξοστοιχία και τους φόρτωσε γυμνούς. Τον έναν πάνω στον άλλον, αλλά χωρίς να αγγίζονται. Κι ας έκαναν έρωτα. Κι ας γεννούσαν παιδιά. Τους ρούφηξε με θόρυβο η σκοτεινή στοά μπροστά.


Υπάρχουν κι άλλοι που τη βλέπουν στο ενδιάμεσο. Θέλω να πω – εκεί που κάτι χαραμίζεται αιωρούμενο. Όχι στο “αντίο”, ας πούμε, ούτε στη “λήθη” που θα απλωθεί σαν ευλογία κάποτε, αλλά ανάμεσά τους. Σ’ αυτό το τρομερότατο “τίποτα”. Μιλάω για εκείνη την κατάσταση όπου το παρελθόν (ανόητο σαν σκόνη) διεκδικεί έστω έναν τόσο δα ουρανό από το μέλλον. Να ταξιδέψει εκεί σαν νεφέλη. Να επικαθίσει. Να επικονιάσει τα άγνωστα άνθη. Με άλλα λόγια – να στεγαστεί. Γιατί ο θάνατος, ξέρετε, είναι πράγμα σκληρό. Δύσκολα τον αποδέχεται ο οποιοσδήποτε. Ακόμα και ο φαινομενικά αδιάφορος χρόνος. Ευτυχώς, κάποτε έρχεται η λησμονιά κι όλα τα πράγματα βρίσκουν την κανονική τους θέση στα ράφια. Έχουν ταμπέλα πια κολλημένη πάνω τους. Τα λένε “Άννα”, “χρόνια παιδικά”, “συγχώρεση”, “απόφαση”, “μπροστά”, “ορίζοντας” – θεούλη μου, πόσους ευφημισμούς σκαρφιζόμαστε για τη γύμνια. Μια που εκεί, στα ράφια, είναι όλα πιο γυμνά. Δεν έχουν καν βάρος. Δεν υπάρχουν.

Συχνά είμαι κι εγώ γυμνός. Αν και φοράω καρδιά, και πνεύμονες, και περικεφαλαία. Μου έχουν πει ότι θυμίζω αρχαία κραυγή έτσι. Παιδιού από βασιλική γενιά που ρίχτηκε απ’ τα τείχη. Δεν είναι αλήθεια αυτό – εγώ την ξέρω πιο καλά τη γύμνια μου. Μοιάζει με γεφύρι που ποτέ δεν έμαθα την από ’κει μεριά του. Είναι χτισμένος κάποιος στα θέμεθλά του και βοά τη νύχτα με τους γκιώνηδες. Φτάνω ως τη μέση του και ξημερώνει. Ξυπνάω γυμνός. Γυμνός, αργότερα, στην αγωνία της αγοράς. Γυμνός και μπροστά στον γυμνό μου θεό. Μα καθώς έρχεται το βράδυ – “θα ξανακοιμηθώ”, λέω. “Απόψε θα βγω απέναντι”.

***

Ας ρίξουμε, λοιπόν, κάτι πάνω μας. Ας ντυθούμε. Ίσως έτσι καταφέρουμε να αγγιχτούμε. 

http://enomenoiblogers.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: