Τάχα να φταίει ο πόλεμος και τα παιδιά που κλαίνε;
Οι βόμβες
που σφυρίζουνε σαν ουρλιαχτά μωρού;
Να 'ναι τα άψυχα κορμιά που την ψυχή του
καίνε;
Να 'ναι οι φωνές των όπλων και του σπαραγμού;
Ή μήπως βλέπει πώς γερνά
στα χέρια μας η πλάση, σαν κακοφορμισμένη πώς μολύνεται πληγή;
Πώς όσα η φύση
θαυμαστά σαν μάνα που 'χει πλάσει κατασπαράζουμε με ζήλο κι αλαζονεία περισσή;
Μήπως ακόμα άραγε το εφήμερο έχει νιώσει;
Πώς ξεγλιστρά σαν άνεμος στα χέρια
μας η ζωή;
Κι ίσως ακόμη για καθέναν μας να το 'χει μετανιώσει, που για τριάντα
αργύρια πουλάμε τη στιγμή. Ειν' όμορφος ο ουρανός και το φεγγάρι ξέρει πως τη
γαλήνη που 'χει όταν το σύμπαν ησυχάζει
κι όταν η θάλασσα γροικά ν' ακούσει ενα
αστέρι,
μ' όλους τους θησαυρούς της γης κανείς δεν τ' αγοράζει.
Να σαι καλα φιλε μου για την αναδημοσιευση!
ΑπάντησηΔιαγραφήΜακαρι να μηνυπηρχαν λογοι να εμπνευστω ενα τετοιο ποιημα...
Σε ευχαριστω πολυ!
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.
ΑπάντησηΔιαγραφήΠώς ξεγλιστρά σαν άνεμος στα χέρια μας η ζωή;
ΑπάντησηΔιαγραφήΚι ίσως ακόμη για καθέναν μας να το 'χει μετανιώσει, που για τριάντα αργύρια πουλάμε τη στιγμή.